Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rigid
Παραδείγματα
The steel beam was rigid, providing strong support for the building.
Η χαλύβδινη δοκός ήταν άκαμπτη, παρέχοντας ισχυρή στήριξη για το κτίριο.
02
άκαμπτος, παγωμένος
(of a person or body part) held stiff and motionless due to fear, shock, or strong tension
Παραδείγματα
His posture was rigid with nervous strain.
Η στάση του ήταν άκαμπτη από την νευρική ένταση.
03
άκαμπτος, αμετάβλητος
unwilling to change or adapt, especially in attitudes or beliefs
Παραδείγματα
The rigid rules of the club made it hard for new members to join.
Οι άκαμπτοι κανόνες του συλλόγου έκαναν δύσκολη την ένταξη νέων μελών.
04
άκαμπτος, με άκαμπτο πλαίσιο
describing an airship or dirigible whose shape is maintained by a stiff, unyielding frame
Παραδείγματα
Rigid structures provide stability in large airships.
Οι άκαμπτες κατασκευές παρέχουν σταθερότητα σε μεγάλα αερόπλοια.
Λεξικό Δέντρο
nonrigid
rigidify
rigidity
rigid



























