Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reticent
01
συνεσταλμένος, διστακτικός
reluctant to speak to others, especially about one's thoughts and emotions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reticent
συγκριτικός βαθμός
more reticent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sarah was reticent when it came to discussing her personal life with her coworkers.
Η Σάρα ήταν συνεσταλμένη όταν πρόκειτο να συζητήσει την προσωπική της ζωή με τους συναδέλφους της.
1.1
συνεσταλμένος, εχέμυθος
Unwilling to attract notice to oneself
Παραδείγματα
She's quite reticent about her accomplishments and prefers to work quietly in the background.
Είναι αρκετά συνεσταλμένη για τα επιτεύγματά της και προτιμά να εργάζεται ήσυχα στο παρασκήνιο.
02
συνεσταλμένος, αμυδρός
reserved, cool, and formal in manner or expression
Παραδείγματα
The ambassador remained reticent during the heated debate.
Ο πρέσβης παρέμεινε συνεσταλμένος κατά τη διάρκεια της έντονης συζήτησης.
Λεξικό Δέντρο
reticently
reticent
retic



























