to resurrect
re
ˌrɛ
re
su
rrect
ˈrɛkt
rekt
uncheckedmisdirectintrojectdisaffect

Ορισμός και σημασία του "resurrect"στα αγγλικά

to resurrect
01

ανασταίνω, αναζωογονώ

to bring something back to life 
Transitive: to resurrect the dead
to resurrect definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resurrect
γ΄ ενικό πρόσωπο
resurrects
ενεστώτα μετοχή
resurrecting
απλός αόριστος
resurrected
παθητική μετοχή
resurrected
Παραδείγματα
The mythological tale tells of a magical potion that can resurrect the dead. 

Η μυθολογική ιστορία μιλάει για ένα μαγικό φίλτρο που μπορεί να αναστηλώσει τους νεκρούς.

02

ανασταίνομαι, ξαναζωντανεύω

to come back to life after death 
Intransitive
Παραδείγματα
The movie plot involves a character who mysteriously resurrects after being thought dead. 

Η πλοκή της ταινίας περιλαμβάνει έναν χαρακτήρα που ανασταίνεται μυστηριωδώς αφού θεωρήθηκε νεκρός.

03

αναβιώνω, αποκαθιστώ

to bring back into use, activity, or prominence 
Transitive: to resurrect sth
Παραδείγματα
The local government launched a project to resurrect the old railway line to improve transportation options. 

Η τοπική κυβέρνηση ξεκίνησε ένα έργο για να αναβιώσει την παλιά σιδηροδρομική γραμμή για να βελτιώσει τις επιλογές μεταφοράς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

resurrection
resurrect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store