restrained
Pronunciation
/ɹiˈstɹeɪnd/

Ορισμός και σημασία του "restrained"στα αγγλικά

restrained
01

περιορισμένος, συγκρατημένος

under some form of control or restriction

constrained

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most restrained
συγκριτικός βαθμός
more restrained
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The use of phones during class is restricted to avoid distractions.
Η χρήση τηλεφώνων κατά τη διάρκεια του μαθήματος περιορίζεται για να αποφευχθούν περισπασμοί.
1.1

συγκρατημένος, μετριοπαθής

showing limited emotion and maintaining formality
restrained definition and meaning
Παραδείγματα
In diplomatic negotiations, it is important to maintain a restrained demeanor to foster productive discussions.
Στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις, είναι σημαντικό να διατηρείται μια συγκρατημένη συμπεριφορά για την προώθηση παραγωγικών συζητήσεων.
02

συγκρατημένος, απλός

not excessively showy or ornate
Παραδείγματα
The restrained style of the new furniture line appealed to those who preferred minimalist design.
Το συγκρατημένο στυλ της νέας σειράς επίπλων απευθύνθηκε σε όσους προτιμούσαν μινιμαλιστικό σχέδιο.

Λεξικό Δέντρο

unrestrained
restrained
strained
strain
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store