Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
understated
01
διακριτικός, λιτός
presented or expressed in a restrained or subtle manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most understated
συγκριτικός βαθμός
more understated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decor of the room was understated, with neutral colors and simple furnishings.
Η διακόσμηση του δωματίου ήταν διακριτική, με ουδέτερα χρώματα και απλά έπιπλα.
Λεξικό Δέντρο
understated
stated



























