Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
understated
01
διακριτικός, λιτός
presented or expressed in a restrained or subtle manner
Παραδείγματα
The understated elegance of the restaurant's interior made it a peaceful and inviting place to dine.
Η σεμνή κομψότητα του εσωτερικού του εστιατορίου το έκανε ένα ειρηνικό και ελκυστικό μέρος για δείπνο.
Λεξικό Δέντρο
understated
stated



























