to resole
re
ri:
ri
sole
ˈsəʊl
sewl
resileresaleresolve

Ορισμός και σημασία του "resole"στα αγγλικά

to resole
01

αλλαγή σόλας, επανεμφύτευση σόλας

to replace the sole of a shoe with a new one 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resole
γ΄ ενικό πρόσωπο
resoles
ενεστώτα μετοχή
resoling
απλός αόριστος
resoled
παθητική μετοχή
resoled
Παραδείγματα
He decided to resole his favorite boots instead of buying a new pair. 

Αποφάσισε να αλλάξει τη σόλα στα αγαπημένα του μποτάκια αντί να αγοράσει ένα καινούριο ζευγάρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

resole
sole
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store