Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resistive
01
αντιστάσιμος, ανθεκτικός
exhibiting or relating to electrical resistance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
ανθεκτικός, επαναστατικός
disposed to or engaged in defiance of established authority
03
ανθεκτικός, αντιστατικός
having the ability to endure or withstand the impact or influence of external forces
Παραδείγματα
The resistive material in the gloves protects against high temperatures.
Το αντιστάσιμο υλικό στα γάντια προστατεύει από τις υψηλές θερμοκρασίες.
Λεξικό Δέντρο
resistive
resist



























