Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to requite
01
ανταμείβω, επιβραβεύω
to give something as a reward or compensation for services, favors, or achievements
Transitive: to requite sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
requite
γ΄ ενικό πρόσωπο
requites
ενεστώτα μετοχή
requiting
απλός αόριστος
requited
παθητική μετοχή
requited
Παραδείγματα
The hero was requited with riches and honors for his bravery in battle.
Ο ήρωας ανταμείφθηκε με πλούτη και τιμές για την ανδρεία του στη μάχη.
02
ανταμείβω, εκδικούμαι
to respond to a wrong, injury, or offense by retaliating
Transitive: to requite an injury or offence
Παραδείγματα
The soldier vowed to requite the wrong done to his comrades.
Ο στρατιώτης ορκίστηκε να εκδικηθεί το αδίκημα που έγινε στους συντρόφους του.
03
ανταποδίδω, ανταποκρίνομαι
to respond to someone's love or affection in a similar way
Transitive: to requite affection
Παραδείγματα
She hoped that he would requite her love, but he remained distant.
Ελπίζει ότι θα ανταποδώσει την αγάπη της, αλλά παρέμεινε απομακρυσμένος.



























