Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
requisite
01
απαραίτητος, απαιτούμενος
required for a particular purpose or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His application lacked the requisite documentation, so it was rejected.
Η αίτησή του δεν διέθετε την απαιτούμενη τεκμηρίωση, γι' αυτό και απορρίφθηκε.
Requisite
01
προϋπόθεση, απαίτηση
a necessary condition or requirement for something to occur or be achieved
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
requisites
Παραδείγματα
Experience in customer service is a key requisite for the position.
Η εμπειρία στην εξυπηρέτηση πελατών είναι μια βασική προϋπόθεση για τη θέση.
Λεξικό Δέντρο
prerequisite
requisiteness
requisite



























