requisite
Pronunciation
/ˈɹɛkwəzət/

Ορισμός και σημασία του "requisite"στα αγγλικά

01

απαραίτητος, απαιτούμενος

required for a particular purpose or situation
requisite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His application lacked the requisite documentation, so it was rejected.
Η αίτησή του δεν διέθετε την απαιτούμενη τεκμηρίωση, γι' αυτό και απορρίφθηκε.
01

προϋπόθεση, απαίτηση

a necessary condition or requirement for something to occur or be achieved
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
requisites
Παραδείγματα
Experience in customer service is a key requisite for the position.
Η εμπειρία στην εξυπηρέτηση πελατών είναι μια βασική προϋπόθεση για τη θέση.

Λεξικό Δέντρο

prerequisite
requisiteness
requisite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store