Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
requisite
01
απαραίτητος, απαιτούμενος
required for a particular purpose or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Fulfilling the requisite qualifications is essential for applying to the job.
Η εκπλήρωση των απαιτούμενων προσόντων είναι απαραίτητη για την αίτηση στη θέση εργασίας.
Requisite
01
προϋπόθεση, απαίτηση
a necessary condition or requirement for something to occur or be achieved
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
requisites
Παραδείγματα
A valid passport is a requisite for international travel.
Ένα έγκυρο διαβατήριο είναι απαραίτητο για τις διεθνείς ταξίδια.
Λεξικό Δέντρο
prerequisite
requisiteness
requisite



























