required
req
ˈrɪk
rik
uired
waɪəd
vaied
inspiredacquireddesiredunexpired

Ορισμός και σημασία του "required"στα αγγλικά

01

απαιτούμενος, απαραίτητος

necessary to be fulfilled or obtained 
required definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most required
συγκριτικός βαθμός
more required
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Attendance at the meeting is required for all employees. 

Η παρουσία στη συνάντηση είναι απαραίτητη για όλους τους υπαλλήλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store