required
req
ˈrik
ρικ
uired
waɪɜrd
ουαιερρντ
/ɹɪkwˈa‍ɪ‍əd/

Ορισμός και σημασία του "required"στα αγγλικά

01

απαιτούμενος, απαραίτητος

necessary to be fulfilled or obtained
required definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most required
συγκριτικός βαθμός
more required
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Payment of taxes is required by law for all citizens.
Η πληρωμή των φόρων απαιτείται από το νόμο για όλους τους πολίτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store