Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
required
01
απαιτούμενος, απαραίτητος
necessary to be fulfilled or obtained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most required
συγκριτικός βαθμός
more required
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
obligation, necessity, conditions
Παραδείγματα
Attendance at the meeting is required for all employees.
Η παρουσία στη συνάντηση είναι απαραίτητη για όλους τους υπαλλήλους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
required
require



























