Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
required
01
απαιτούμενος, απαραίτητος
necessary to be fulfilled or obtained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most required
συγκριτικός βαθμός
more required
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Payment of taxes is required by law for all citizens.
Η πληρωμή των φόρων απαιτείται από το νόμο για όλους τους πολίτες.
Λεξικό Δέντρο
required
require



























