remote
re
ri
mote
ˈməʊt
mewt
remove

Ορισμός και σημασία του "remote"στα αγγλικά

01

απομακρυσμένος, μακρινός

far away in space or distant in position 
remote definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most remote
συγκριτικός βαθμός
more remote
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The remote village nestled deep in the mountains was accessible only by a rugged trail. 

Το απομακρυσμένο χωριό, κρυμμένο βαθιά στα βουνά, ήταν προσβάσιμο μόνο μέσω ενός ανώμαλου μονοπατιού.

02

απομακρυσμένος, απίθανος

having a low probability or chance of happening 
Παραδείγματα
The remote possibility of winning the lottery did not deter people from buying tickets. 

Η απομακρυσμένη πιθανότητα να κερδίσει κανείς το λαχείο δεν απέτρεψε τους ανθρώπους από το να αγοράζουν εισιτήρια.

03

μακρινός, απομακρυσμένος

distant from the present time 
Παραδείγματα
The remote past is difficult to fully understand. 

Το μακρινό παρελθόν είναι δύσκολο να κατανοηθεί πλήρως.

04

απομακρυσμένος, απομονωμένος

(of a place) isolated and difficult to access 
Παραδείγματα
They spent their vacation in a remote cabin, far from any distractions. 

Πέρασαν τις διακοπές τους σε ένα απομονωμένο καμπιν, μακριά από οποιεσδήποτε περισπασμούς.

05

μακρινός, απομακρυσμένος

having a relationship or connection that is distant 

distant

Παραδείγματα
They share a remote family link, with no recent interactions. 

Μοιράζονται μια απομακρυσμένη οικογενειακή σχέση, χωρίς πρόσφατες αλληλεπιδράσεις.

06

απομακρυσμένος, απομακρυσμένη εργασία

(of works or tasks) performing from a location other than a traditional office 
Παραδείγματα
Due to the pandemic, many employees started remote working from their homes. 

Λόγω της πανδημίας, πολλοί εργαζόμενοι άρχισαν να εργάζονται από απόσταση από τα σπίτια τους.

07

απομακρυσμένος, τηλεχειριζόμενος

(of a system or device) controlled or operates from a distance using radio, infrared signals, or other wireless technologies 
Παραδείγματα
The robot is equipped with a remote sensor that lets it navigate without human input. 

Το ρομπότ είναι εξοπλισμένο με έναν απομακρυσμένο αισθητήρα που του επιτρέπει να πλοηγείται χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.

01

τηλεχειριστήριο, κουμπί ελέγχου

a small electronic device used to operate a machine or system from afar, such as a television, fan, or car 
remote definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
remotes
Παραδείγματα
He grabbed the remote to change the channel. 

Άρπαξε το τηλεχειριστήριο για να αλλάξει κανάλι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store