Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rejoin
01
επανενωθεί, επιστρέψει
to go back to someone or something after a separation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
rejoin
γ΄ ενικό πρόσωπο
rejoins
ενεστώτα μετοχή
rejoining
απλός αόριστος
rejoined
παθητική μετοχή
rejoined
Παραδείγματα
After years of being apart, the long-lost friends decided to rejoin for a memorable reunion.
Μετά από χρόνια χωρισμού, οι παλιοί φίλοι αποφάσισαν να επανενωθούν για μια αξέχαστη επανένωση.
02
απαντώ, αντιπαραθέτω
to respond to someone often in a witty, angry, or disapproving manner
Intransitive: to rejoin with a remark
Παραδείγματα
After being criticized for his proposal, he rejoined sharply, "Well, I'd like to see you come up with a better idea!"
Αφού επικρίθηκε για την πρότασή του, ανταπάντησε απότομα: "Λοιπόν, θα ήθελα να σας δω να σκαρφιστείτε μια καλύτερη ιδέα!"
Λεξικό Δέντρο
rejoin
join



























