Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rejoinder
01
απάντηση, αντιπρόταση
a clever, fast, or sharp answer to someone's question or comment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rejoinders
Παραδείγματα
After Sarah criticized his idea, John offered a clever rejoinder that left everyone laughing.
Αφού η Σάρα επέκρινε την ιδέα του, ο Τζον έδωσε μια έξυπνη απάντηση που έκανε όλους να γελάσουν.
02
απάντηση, αντίδικη απάντηση
(law) a follow-up response by the defendant to the person who has brought the case to court
Παραδείγματα
As part of the legal proceedings, the defendant submitted a rejoinder, countering the new arguments presented by the plaintiff.
Ως μέρος της νομικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος υπέβαλε μια αντίδικη απάντηση, αντιτείνοντας στα νέα επιχειρήματα που παρουσίασε ο ενάγων.



























