Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reiterate
01
επαναλαμβάνω, τονίζω
to repeat or emphasize something again
Transitive: to reiterate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reiterate
γ΄ ενικό πρόσωπο
reiterates
ενεστώτα μετοχή
reiterating
απλός αόριστος
reiterated
παθητική μετοχή
reiterated
Παραδείγματα
She reiterated her request for everyone to be quiet.
Επαναλάμβανε το αίτημά της για να είναι όλοι ήσυχοι.
Λεξικό Δέντρο
reiterate
iterate
iter



























