Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reiterate
01
επαναλαμβάνω, τονίζω
to repeat or emphasize something again
Transitive: to reiterate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reiterate
γ΄ ενικό πρόσωπο
reiterates
ενεστώτα μετοχή
reiterating
απλός αόριστος
reiterated
παθητική μετοχή
reiterated
Παραδείγματα
The teacher reiterated the instructions for the assignment one more time.
Ο δάσκαλος επανέλαβε τις οδηγίες για την εργασία για άλλη μια φορά.
Λεξικό Δέντρο
reiterate
iterate
iter



























