Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to refute
01
ανασκευάζω, διαψεύδω
to state that something is incorrect or false based on evidence
Transitive: to refute a belief or theory
Παραδείγματα
The scientist refuted the hypothesis with empirical data.
Ο επιστήμονας απέδειξε λανθασμένη την υπόθεση με εμπειρικά δεδομένα.
02
ανασκευάζω, διαψεύδω
to reject or deny a statement or accusation by using an argument or evidence
Transitive: to refute a statement or accusation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
refute
γ΄ ενικό πρόσωπο
refutes
ενεστώτα μετοχή
refuting
απλός αόριστος
refuted
παθητική μετοχή
refuted
Παραδείγματα
The spokesperson refuted the rumors during the press conference.
Ο εκπρόσωπος αντικρούστηκε τις φήμες κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου.
Λεξικό Δέντρο
refutable
refuter
refute



























