reduced
re
ri
duced
ˈdju:st
dyoost
inducedboostroost

Ορισμός και σημασία του "reduced"στα αγγλικά

01

μειωμένος, ελαττωμένος

lower than usual or expected in amount or quantity 
reduced definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reduced
συγκριτικός βαθμός
more reduced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company’s reduced profits this quarter were attributed to increased competition and higher operational costs. 

Τα μειωμένα κέρδη της εταιρείας αυτό το τρίμηνο αποδόθηκαν σε αυξημένο ανταγωνισμό και υψηλότερο λειτουργικό κόστος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store