Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reduced
01
μειωμένος, ελαττωμένος
lower than usual or expected in amount or quantity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reduced
συγκριτικός βαθμός
more reduced
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quantity, economics, measurement
Παραδείγματα
The company’s reduced profits this quarter were attributed to increased competition and higher operational costs.
Τα μειωμένα κέρδη της εταιρείας αυτό το τρίμηνο αποδόθηκαν σε αυξημένο ανταγωνισμό και υψηλότερο λειτουργικό κόστος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unreduced
reduced



























