Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reduced
01
μειωμένος, ελαττωμένος
lower than usual or expected in amount or quantity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reduced
συγκριτικός βαθμός
more reduced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The project faced delays due to a reduced budget, which limited the resources available for development.
Το έργο αντιμετώπισε καθυστερήσεις λόγω μειωμένου προϋπολογισμού, που περιόρισε τους διαθέσιμους πόρους για την ανάπτυξη.
Λεξικό Δέντρο
unreduced
reduced



























