reducible
re
ri
du
ˈdju:
dyoo
ci
si
ble
bəl
bēl
crucible

Ορισμός και σημασία του "reducible"στα αγγλικά

01

αναγώγιμος, απλοποιήσιμος

able to be made simpler or smaller in size or amount 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reducible
συγκριτικός βαθμός
more reducible
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store