Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reducible
01
αναγώγιμος, απλοποιήσιμος
able to be made simpler or smaller in size or amount
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reducible
συγκριτικός βαθμός
more reducible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mathematics, complexity, processes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
irreducible
reducible
reduce



























