Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recoil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
recoil
γ΄ ενικό πρόσωπο
recoils
ενεστώτα μετοχή
recoiling
απλός αόριστος
recoiled
παθητική μετοχή
recoiled
Παραδείγματα
The sudden loud noise made everyone in the room recoil in surprise.
Ο απότομος δυνατός θόρυβος έκανε όλους στο δωμάτιο να υποχωρήσουν από έκπληξη.
02
οπισθοχωρώ, αναπηδώ
spring back, as from a forceful thrust
03
αναπηδώ, υποχωρώ
spring back; spring away from an impact
04
επιστρέφω, αντιδράω
come back to the originator of an action with an undesired effect
Recoil
01
αναδίπλωση, αναπήδηση
a movement back from an impact
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recoils
02
αναδίπλωση
the backward jerk of a gun when it is fired



























