to recoil
Pronunciation
/ɹiˈkɔɪɫ/

Ορισμός και σημασία του "recoil"στα αγγλικά

to recoil
01

υποχωρώ, αναπηδώ

to suddenly move back in response to something surprising, frightening, or unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
recoil
γ΄ ενικό πρόσωπο
recoils
ενεστώτα μετοχή
recoiling
απλός αόριστος
recoiled
παθητική μετοχή
recoiled
Παραδείγματα
The sudden loud noise made everyone in the room recoil in surprise.
Ο απότομος δυνατός θόρυβος έκανε όλους στο δωμάτιο να υποχωρήσουν από έκπληξη.
02

οπισθοχωρώ, αναπηδώ

spring back, as from a forceful thrust
03

αναπηδώ, υποχωρώ

spring back; spring away from an impact
04

επιστρέφω, αντιδράω

come back to the originator of an action with an undesired effect
01

αναδίπλωση, αναπήδηση

a movement back from an impact
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recoils
02

αναδίπλωση

the backward jerk of a gun when it is fired
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store