to recoil
re
ri
coil
ˈkɔɪl
koyl
uncoilassoilembroilbroil

Ορισμός και σημασία του "recoil"στα αγγλικά

to recoil
01

υποχωρώ, αναπηδώ

to suddenly move back in response to something surprising, frightening, or unpleasant 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
recoil
γ΄ ενικό πρόσωπο
recoils
ενεστώτα μετοχή
recoiling
απλός αόριστος
recoiled
παθητική μετοχή
recoiled
Παραδείγματα
As the dentist approached with the needle, she recoiled. 

Καθώς ο οδοντίατρος πλησίαζε με τη βελόνα, αυτή αναπήδησε.

02

οπισθοχωρώ, αναπηδώ

spring back, as from a forceful thrust 
03

αναπηδώ, υποχωρώ

spring back; spring away from an impact 
04

επιστρέφω, αντιδράω

come back to the originator of an action with an undesired effect 
01

αναδίπλωση, αναπήδηση

a movement back from an impact 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recoils
02

αναδίπλωση

the backward jerk of a gun when it is fired 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store