Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recognizance
01
αναγνώριση, δέσμευση
(legal) a promise made by an individual to a court of law, typically in exchange for release from custody or suspension of a sentence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
recognizance
cognizance
cognize



























