Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rebut
01
αντικρούω, διαψεύδω
to prove something false or incorrect with evidence or argumentation
Transitive: to rebut a statement or claim
Παραδείγματα
She rebuts misleading statements during debates.
Αυτή αντικρούει παραπλανητικές δηλώσεις κατά τη διάρκεια των συζητήσεων.
02
ανασκευάζω, αντικρούω
to argue logically in order to disprove a statement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rebut
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebuts
ενεστώτα μετοχή
rebutting
απλός αόριστος
rebutted
παθητική μετοχή
rebutted
Λεξικό Δέντρο
rebutter
rebut



























