Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reachable
01
προσβάσιμος, φθάσιμος
(of a place) capable of being accessed or entered without difficulty
Παραδείγματα
The lighthouse on the island is reachable only during low tide.
Ο φάρος στο νησί είναι προσβάσιμος μόνο κατά την άμπωτη.
1.1
προσβάσιμος, επικοινωνήσιμος
(of a person) available for communication or contact
Παραδείγματα
Thanks to modern technology, almost everyone is reachable at all times.
Χάρη στη σύγχρονη τεχνολογία, σχεδόν όλοι είναι προσβάσιμοι ανά πάσα στιγμή.
02
προσβάσιμος, κατανοητός
capable of being achieved or understood
Παραδείγματα
The solution to the complex problem is reachable through collaboration and innovation.
Η λύση του πολύπλοκου προβλήματος είναι πραγματοποιήσιμη μέσω συνεργασίας και καινοτομίας.
Λεξικό Δέντρο
unreachable
reachable
reach



























