Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reachable
01
προσβάσιμος, φθάσιμος
(of a place) capable of being accessed or entered without difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reachable
συγκριτικός βαθμός
more reachable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The top shelf in the kitchen is not reachable without a step stool.
Το πάνω ράφι στην κουζίνα δεν είναι προσβάσιμο χωρίς ένα σκαμνάκι.
1.1
προσβάσιμος, επικοινωνήσιμος
(of a person) available for communication or contact
Παραδείγματα
Even on holiday, he remained reachable by phone.
Ακόμα και στις διακοπές, παρέμεινε προσβάσιμος τηλεφωνικά.
02
προσβάσιμος, κατανοητός
capable of being achieved or understood
Παραδείγματα
The goal seemed challenging but ultimately reachable with hard work.
Ο στόχος φαινόταν απαιτητικός αλλά τελικά επιτεύξιμος με σκληρή δουλειά.
Λεξικό Δέντρο
unreachable
reachable
reach



























