rational
ra
ˈræ
tio
ʃə
shē
nal
nəl
nēl
nationaltransnationalmultinationalinternational

Ορισμός και σημασία του "rational"στα αγγλικά

01

λογικός, ορθολογικός

(of a person) avoiding emotions and taking logic into account when making decisions 
rational definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rational
συγκριτικός βαθμός
more rational
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She remained rational during the crisis, calmly evaluating the best course of action. 

Παρέμεινε λογική κατά τη διάρκεια της κρίσης, αξιολογώντας ήρεμα την καλύτερη πορεία δράσης.

02

λογικός, ορθολογικός

capable of thinking logically 
Παραδείγματα
Rational beings, unlike machines, can understand and adapt to new and complex situations using logic and reasoning. 

Τα λογικά όντα, σε αντίθεση με τις μηχανές, μπορούν να κατανοήσουν και να προσαρμοστούν σε νέες και πολύπλοκες καταστάσεις χρησιμοποιώντας λογική και συλλογισμό.

03

λογικός, επεξηγηματικός

involving logical thinking or sensible reasoning 
Παραδείγματα
Her argument was rational, supported by facts and coherent reasoning. 

Το επιχείρημά της ήταν λογικό, υποστηριζόμενο από γεγονότα και συνεκτική συλλογιστική.

01

ρητός αριθμός, ρητός

a number that can be written as a fraction of two integers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rationals
Παραδείγματα
1/2 is a rational because it can be written as the fraction of two integers. 

Το 1/2 είναι ρητός αριθμός επειδή μπορεί να γραφτεί ως κλάσμα δύο ακεραίων.

Λεξικό Δέντρο

irrational
nonrational
rationality
rational
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store