Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ratiocination
01
συλλογισμός, λογική σκέψη
the process of logical thinking or reasoning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Sherlock Holmes's keen ratiocination enabled him to solve even the most perplexing mysteries.
Η οξεία συλλογιστική του Σέρλοκ Χολμς του επέτρεψε να λύσει ακόμα και τα πιο περίπλοκα μυστήρια.
02
αποδεικτικός συλλογισμός, λογικό συμπέρασμα
a conclusion or proposition derived through careful and methodical logical reasoning, especially following from stated premises
Παραδείγματα
The philosopher's ratiocination led him to a surprising but inevitable conclusion.
Η συλλογιστική του φιλοσόφου τον οδήγησε σε ένα εκπληκτικό αλλά αναπόφευκτο συμπέρασμα.
Λεξικό Δέντρο
ratiocination
ratiocinate
ratiocin



























