ratification
ra
ˌræ
ραι
ti
tɪ
τι
fi
fɪ
φι
ca
ˈkeɪ
κει
tion
ʃən
σαν
ramification

Ορισμός και σημασία του "ratification"στα αγγλικά

01

επικύρωση, επιβεβαίωση

the act of validating an agreement by signing it or voting for it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The treaty's ratification was completed after several months of negotiations. 

Η επικύρωση της συνθήκης ολοκληρώθηκε μετά από αρκετούς μήνες διαπραγματεύσεων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store