ratification
Pronunciation
/ˌɹætəfəˈkeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "ratification"στα αγγλικά

01

επικύρωση, επιβεβαίωση

the act of validating an agreement by signing it or voting for it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Ratification of the amendment took place during the annual general meeting.
Η επικύρωση της τροποποίησης πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της ετήσιας γενικής συνέλευσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store