Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ragged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ragged
συγκριτικός βαθμός
more ragged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The beggar wore ragged clothes and walked barefoot through the town.
Ο επαίτης φορούσε κουρελιασμένα ρούχα και περπατούσε ξυπόλητος στην πόλη.
02
σχισμένος, ανώμαλος
having an outline that is irregular or uneven
Παραδείγματα
The old rug had a ragged edge where it had been worn down by years of foot traffic.
Το παλιό χαλί είχε μια κουρελιασμένη άκρη όπου είχε φθαρεί από χρόνια διαβασιάς.
Παραδείγματα
She ran herself ragged trying to meet the tight deadline.
Εξουθενώθηκε προσπαθώντας να ανταποκριθεί στο στενό προθεσμία.



























