Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rage-bait
01
σκόπιμα προκαλώ, υποδαυλίζω το θυμό
to deliberately provoke anger or outrage in others, often online, to drive engagement, clicks, or views
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rage-bait
γ΄ ενικό πρόσωπο
rage-baits
ενεστώτα μετοχή
rage-baiting
απλός αόριστος
rage-baited
παθητική μετοχή
rage-baited
Παραδείγματα
Do n't rage-bait me; I'm not falling for it.
Μη μου προκαλείς θυμό; δεν πέφτω στην παγίδα.
Rage-bait
01
δέλεαρ οργής, προκλητικό περιεχόμενο
content designed specifically to incite anger or outrage
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rage-baits
Παραδείγματα
He laughed at the rage-bait circulating in the forums.
Γέλασε με το rage-bait που κυκλοφορούσε στα φόρουμ.



























