Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ragged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ragged
συγκριτικός βαθμός
more ragged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The travelers emerged from the forest with ragged garments torn by branches.
Οι ταξιδιώτες βγήκαν από το δάσος με κουρελιασμένα ρούχα σκισμένα από τα κλαδιά.
02
σχισμένος, ανώμαλος
having an outline that is irregular or uneven
Παραδείγματα
The ragged edges of the torn envelope indicated it had been opened hastily.
Οι ανομοιόμορφες άκρες του σχισμένου φακέλου έδειχναν ότι είχε ανοίξει βιαστικά.
Παραδείγματα
She worked two jobs and ran herself ragged just to make ends meet.
Δούλεψε δύο δουλειές και εξαντλήθηκε μόνο και μόνο για να τα βγάλει πέρα.



























