Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shabby
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
shabbiest
συγκριτικός βαθμός
shabbier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He showed up to the job interview looking shabby, with wrinkled clothes and unkempt hair.
Εμφανίστηκε στη συνέντευξη εργασίας φαινόμενος ατημέλητος, με τσαλακωμένα ρούχα και ατημέλητα μαλλιά.
02
φατσαρωμένος, ξεθωριασμένος
worn-out or in poor condition, often indicating a lack of care or upkeep in its appearance
Παραδείγματα
His shabby jeans were torn at the knees and faded from years of wear.
Το φθαρμένο τζιν παντελόνι του ήταν σκισμένο στα γόνατα και ξεθώριασε από χρόνια χρήσης.
Λεξικό Δέντρο
shabbily
shabbiness
shabby



























