shabby
sha
ˈʃæ
shā
bby
bi
bi
scabby

Ορισμός και σημασία του "shabby"στα αγγλικά

01

κουρελιασμένος, φτωχικός

(of a person) dressed in worn and old clothes 
shabby definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
shabbiest
συγκριτικός βαθμός
shabbier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He showed up to the job interview looking shabby, with wrinkled clothes and unkempt hair. 

Εμφανίστηκε στη συνέντευξη εργασίας φαινόμενος ατημέλητος, με τσαλακωμένα ρούχα και ατημέλητα μαλλιά.

02

φατσαρωμένος, ξεθωριασμένος

worn-out or in poor condition, often indicating a lack of care or upkeep in its appearance 
shabby definition and meaning
Παραδείγματα
His shabby jeans were torn at the knees and faded from years of wear. 

Το φθαρμένο τζιν παντελόνι του ήταν σκισμένο στα γόνατα και ξεθώριασε από χρόνια χρήσης.

2.1

κακής ποιότητας, φθαρμένος

of poor quality or substandard 
Παραδείγματα
The painters did a shabby job, leaving streaks on the walls. 

Οι ζωγράφοι έκαναν μια κακής ποιότητας δουλειά, αφήνοντας λωρίδες στους τοίχους.

03

μικροπρεπής, ανήθικος

unfair and lacking in moral integrity 
Παραδείγματα
Spreading rumors behind her back was a shabby thing to do. 

Το να διαδίδεις φήμες πίσω από την πλάτη της ήταν εξευτελιστικό.

Λεξικό Δέντρο

shabbily
shabbiness
shabby
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store