shabby
Pronunciation
/ˈʃæbi/

Ορισμός και σημασία του "shabby"στα αγγλικά

01

κουρελιασμένος, φτωχικός

(of a person) dressed in worn and old clothes
shabby definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
shabbiest
συγκριτικός βαθμός
shabbier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The traveler, dressed in shabby attire, carried only a small bag.
Ο ταξιδιώτης, ντυμένος με φθαρμένα ρούχα, κουβαλούσε μόνο ένα μικρό σακίδιο.
02

φατσαρωμένος, ξεθωριασμένος

worn-out or in poor condition, often indicating a lack of care or upkeep in its appearance
shabby definition and meaning
Παραδείγματα
The shabby curtains in the living room were stained and tattered.
Οι φθαρμένες κουρτίνες στο σαλόνι ήταν λεκιασμένες και σκισμένες.
2.1

κακής ποιότητας, φθαρμένος

of poor quality or substandard
Παραδείγματα
The restaurant served a shabby meal, far from what the reviews had promised.
Το εστιατόριο σέρβιρε ένα κακής ποιότητας γεύμα, πολύ μακριά από αυτό που υπόσχονταν οι κριτικές.
03

μικροπρεπής, ανήθικος

unfair and lacking in moral integrity
Παραδείγματα
He felt bad after realizing how shabby his actions had been towards his friend.
Αισθάνθηκε άσχημα αφού συνειδητοποίησε πόσο άτιμες ήταν οι πράξεις του απέναντι στον φίλο του.

Λεξικό Δέντρο

shabbily
shabbiness
shabby
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store