Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shabby
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
shabbiest
συγκριτικός βαθμός
shabbier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The traveler, dressed in shabby attire, carried only a small bag.
Ο ταξιδιώτης, ντυμένος με φθαρμένα ρούχα, κουβαλούσε μόνο ένα μικρό σακίδιο.
02
φατσαρωμένος, ξεθωριασμένος
worn-out or in poor condition, often indicating a lack of care or upkeep in its appearance
Παραδείγματα
The shabby curtains in the living room were stained and tattered.
Οι φθαρμένες κουρτίνες στο σαλόνι ήταν λεκιασμένες και σκισμένες.
Λεξικό Δέντρο
shabbily
shabbiness
shabby



























