Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shack
01
παράγκα, καλύβα
a small and simple building, often made of metal or wood, that is built poorly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shacks
02
ποτό, αλκοολούχο ποτό
(Nigerian) a drink, particularly an alcoholic beverage
Slang
Παραδείγματα
They were all sipping shack at the gathering.
Όλοι πίναν shack στη συγκέντρωση.
to shack
01
σέρνω, κινώ αργά
move, proceed, or walk draggingly or slowly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
shack
γ΄ ενικό πρόσωπο
shacks
ενεστώτα μετοχή
shacking
απλός αόριστος
shacked
παθητική μετοχή
shacked
02
εγκαθίσταμαι, εγκατασταθώ
make one's home in a particular place or community
03
πίνω αλκοόλ, μεθώ
(Nigerian) to drink alcohol
Slang
Παραδείγματα
I ca n't wait to shack on some cold beers tonight.
Δεν μπορώ να περιμένω να shack μερικές κρύες μπύρες απόψε.



























