Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quizzical
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most quizzical
συγκριτικός βαθμός
more quizzical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She raised a quizzical eyebrow, clearly questioning the logic of the situation.
Σήκωσε ένα απορημένο φρύδι, αμφισβητώντας ξεκάθαρα τη λογική της κατάστασης.
Παραδείγματα
The detective wore a quizzical look as he examined the confusing evidence.
Ο ντετέκτιβ είχε μια πειραγμένη έκφραση καθώς εξέταζε τα μπερδεμένα στοιχεία.
Παραδείγματα
The comedian ’s quizzical remarks left the audience laughing and wondering what he meant.
Οι παράξενες παρατηρήσεις του κωμικού άφησαν το κοινό να γελάει και να αναρωτιέται τι εννοούσε.



























