Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to quiver
01
τρεμουλιάζω, δονώ
to shake or tremble with a slight, rapid, and often involuntary motion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quiver
γ΄ ενικό πρόσωπο
quivers
ενεστώτα μετοχή
quivering
απλός αόριστος
quivered
παθητική μετοχή
quivered
Παραδείγματα
Standing on the stage, the speaker 's knees started to quiver with stage fright.
Στεκόμενος στη σκηνή, τα γόνατα του ομιλητή άρχισαν να τρεμούν από το φόβο της σκηνής.
Quiver
01
ρίγος, τρεμούλα
an almost pleasurable sensation of fright
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quivers
02
τρεμούλα, δόνηση
the act of vibrating
03
φαρέτρα, θήκη για βέλη
case for holding arrows
04
τρεμούλα, δίνηση
a shaky motion
Λεξικό Δέντρο
quivering
quiver



























