to quiver
Pronunciation
/ˈkwɪvɝ/

Ορισμός και σημασία του "quiver"στα αγγλικά

to quiver
01

τρεμουλιάζω, δονώ

to shake or tremble with a slight, rapid, and often involuntary motion
Intransitive
to quiver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quiver
γ΄ ενικό πρόσωπο
quivers
ενεστώτα μετοχή
quivering
απλός αόριστος
quivered
παθητική μετοχή
quivered
Παραδείγματα
Standing on the stage, the speaker 's knees started to quiver with stage fright.
Στεκόμενος στη σκηνή, τα γόνατα του ομιλητή άρχισαν να τρεμούν από το φόβο της σκηνής.
01

ρίγος, τρεμούλα

an almost pleasurable sensation of fright
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quivers
02

τρεμούλα, δόνηση

the act of vibrating
03

φαρέτρα, θήκη για βέλη

case for holding arrows
04

τρεμούλα, δίνηση

a shaky motion

Λεξικό Δέντρο

quivering
quiver
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store