Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to quit
01
σταματώ, εγκαταλείπω
to stop engaging in an activity permanently
Transitive: to quit doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
ενεστώτας
quit
γ΄ ενικό πρόσωπο
quits
ενεστώτα μετοχή
quitting
απλός αόριστος
quit
παθητική μετοχή
quit
Παραδείγματα
The company plans to quit using single-use plastics to reduce environmental impact.
Η εταιρεία σχεδιάζει να σταματήσει τη χρήση πλαστικών μιας χρήσης για να μειώσει την περιβαλλοντική επίπτωση.
02
παραιτούμαι, εγκαταλείπω
to give up your job, school, etc.
Intransitive
Transitive: to quit a job or pursuit
Παραδείγματα
After the disagreement, three employees quit.
Μετά τη διαφωνία, τρεις εργαζόμενοι παραιτήθηκαν.
03
κλείσιμο, έξοδος
to close a computer program
Transitive: to quit a computer program
Παραδείγματα
Don’t forget to quit the app before turning off your computer.
Μην ξεχάσετε να κλείσετε την εφαρμογή πριν από το κλείσιμο του υπολογιστή σας.
04
αφήνω, φεύγω
to depart from a place, typically with no intention of returning
Transitive: to quit a place
Παραδείγματα
She quit the party early because she wasn’t feeling well.
Έφυγε νωρίς από το πάρτι γιατί δεν αισθανόταν καλά.
05
τα παρατάω, εγκαταλείπω
to acknowledge failure or stop trying due to difficulty or discouragement
Intransitive
Παραδείγματα
He didn’t want to quit, but the task was proving to be impossible.
Δεν ήθελε να τα παρατήσει, αλλά η εργασία αποδεικνύονταν αδύνατη.
06
σταματώ, εγκαταλείπω
to stop participating in or doing an activity
Transitive: to quit doing sth
Παραδείγματα
She quit smoking after a year of trying to quit.
Σταμάτησε να καπνίζει μετά από ένα χρόνο προσπαθειών.
Λεξικό Δέντρο
quittance
quitter
quit



























