quirky
quir
ˈkwɜ:
kvē
ky
ki
ki
quicky

Ορισμός και σημασία του "quirky"στα αγγλικά

01

ιδιόμορφος, πρωτότυπος

having distinctive or peculiar habits, behaviors, or features that are unusual but often appealing 
επιδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
quirkiest
συγκριτικός βαθμός
quirkier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, style
Παραδείγματα
The quirky café in the neighborhood was known for its mismatched furniture and whimsical décor. 

Το ιδιόμορφο καφέ στη γειτονιά ήταν γνωστό για τα αταίριαστα έπιπλα και την ιδιόρρυθμη διακόσμηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

quirkiness
quirky
quirk
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store