Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quintuplet
01
πεντάδυμο, πέντε
the cardinal number that is the sum of four and one
02
πεντάδυμο, σύνολο πέντε
a set of five similar things considered as a unit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quintuplets
03
πεντάδυμο, ένα από τα πέντε παιδιά που γεννήθηκαν ταυτόχρονα από την ίδια εγκυμοσύνη
one of five children born at the same time from the same pregnancy



























