Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to quiver
01
τρεμουλιάζω, δονώ
to shake or tremble with a slight, rapid, and often involuntary motion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quiver
γ΄ ενικό πρόσωπο
quivers
ενεστώτα μετοχή
quivering
απλός αόριστος
quivered
παθητική μετοχή
quivered
Παραδείγματα
The child's bottom lip began to quiver as he tried to hold back tears.
Το κάτω χείλος του παιδιού άρχισε να τρεμάται καθώς προσπαθούσε να κρατήσει τα δάκρυα.
Quiver
01
ρίγος, τρεμούλα
an almost pleasurable sensation of fright
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quivers
02
τρεμούλα, δόνηση
the act of vibrating
03
φαρέτρα, θήκη για βέλη
case for holding arrows
04
τρεμούλα, δίνηση
a shaky motion
Λεξικό Δέντρο
quivering
quiver



























