to quiver
qui
ˈkwɪ
kvi
ver
quaver

Ορισμός και σημασία του "quiver"στα αγγλικά

to quiver
01

τρεμουλιάζω, δονώ

to shake or tremble with a slight, rapid, and often involuntary motion 
Intransitive
to quiver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quiver
γ΄ ενικό πρόσωπο
quivers
ενεστώτα μετοχή
quivering
απλός αόριστος
quivered
παθητική μετοχή
quivered
Παραδείγματα
The child's bottom lip began to quiver as he tried to hold back tears. 

Το κάτω χείλος του παιδιού άρχισε να τρεμάται καθώς προσπαθούσε να κρατήσει τα δάκρυα.

01

ρίγος, τρεμούλα

an almost pleasurable sensation of fright 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quivers
02

τρεμούλα, δόνηση

the act of vibrating 
03

φαρέτρα, θήκη για βέλη

case for holding arrows 
04

τρεμούλα, δίνηση

a shaky motion 

Λεξικό Δέντρο

quivering
quiver
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store