mocking
mocking
'mɒkɪng
μοκινγκ
macking

Ορισμός και σημασία του "mocking"στα αγγλικά

01

χλευαστικός, ειρωνικός

abusing vocally; expressing contempt or ridicule 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mocking
συγκριτικός βαθμός
more mocking
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, communication, emotion
02

χλευαστικός, ειρωνικός

making fun of someone or something, often with the intent to tease or belittle 
Παραδείγματα
His mocking tone made her laugh despite herself. 

Ο χλευαστικός του τόνος την έκανε να γελάσει παρά τη θέλησή της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mockingly
mocking
mock
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store