queerly
queer
ˈkwɪə
κουιε
ly
li
λι
queenly

Ορισμός και σημασία του "queerly"στα αγγλικά

01

παράξενα, περίεργα

in a way that seems strangely or oddly unusual 
queerly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He looked at her queerly, puzzled by her unexpected behavior. 

Την κοίταξε παράξενα, σαστισμένος από την απρόσμενη συμπεριφορά της.

02

παραδόξως, περίεργα

in a strange manner 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

queerly
queer
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store