Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
queerly
01
παράξενα, περίεργα
in a way that seems strangely or oddly unusual
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He looked at her queerly, puzzled by her unexpected behavior.
Την κοίταξε παράξενα, σαστισμένος από την απρόσμενη συμπεριφορά της.
02
παραδόξως, περίεργα
in a strange manner
Λεξικό Δέντρο
queerly
queer



























