to query
que
ˈkwɪə
κουιε
ry
ri
ρι
peary

Ορισμός και σημασία του "query"στα αγγλικά

to query
01

ερωτώ, ανακρίνω

to ask questions in order to seek information or clarification 
Transitive: to query a source of information
to query definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
query
γ΄ ενικό πρόσωπο
queries
ενεστώτα μετοχή
querying
απλός αόριστος
queried
παθητική μετοχή
queried
Παραδείγματα
The customer queried the salesperson about the warranty details before making a purchase. 

Ο πελάτης ρώτησε τον πωλητή για τις λεπτομέρειες της εγγύησης πριν από την αγορά.

01

ερώτηση, αίτημα

a request for information or clarification, often in the form of a question 
query definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
queries
Παραδείγματα
She submitted a query about the status of her order. 

Υπέβαλε ένα ερώτημα σχετικά με την κατάσταση της παραγγελίας της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store