quality
qua
ˈkwɒ
kvo
li
ty
ti
ti
qualify

Ορισμός και σημασία του "quality"στα αγγλικά

01

ποιότητα

the grade, level, or standard of something's excellence measured against other things 
quality definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
qualities
Παραδείγματα
The quality of the product exceeded their expectations, making it a top choice among consumers. 

Η ποιότητα του προϊόντος ξεπέρασε τις προσδοκίες τους, καθιστώντας το μια κορυφαία επιλογή μεταξύ των καταναλωτών.

02

ποιότητα, χαρακτηριστικό

an important characteristic or feature that defines something or someone 
quality definition and meaning
Παραδείγματα
Generosity is a defining quality of his character. 

Η γενναιοδωρία είναι ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό του χαρακτήρα του.

03

ποιότητα

an inherent characteristic that distinguishes the unique nature or features of something 
04

χροιά, ποιότητα ήχου

(music) the distinctive property of a complex sound (a voice or noise or musical sound) 
05

ποιότητα, ευγένεια

high social status 
01

ποιοτικός, υψηλής ποιότητας

having a high standard or degree of excellence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most quality
συγκριτικός βαθμός
more quality
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The quality materials used in the construction ensured the house would last for generations. 

Τα ποιοτικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή εξασφάλισαν ότι το σπίτι θα διαρκέσει για γενιές.

02

ποιότητας, υψηλής κοινωνικής θέσης

of high social status 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store