putrescent
Pronunciation
/pjuːtɹˈɛsənt/

Ορισμός και σημασία του "putrescent"στα αγγλικά

putrescent
01

σαπρός, σε διαδικασία αποσύνθεσης

in the process of decomposing, resulting in a foul odor and visible breakdown of organic material
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most putrescent
συγκριτικός βαθμός
more putrescent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The abandoned house was filled with the putrescent remains of old food and forgotten waste.
Το εγκαταλελειμμένο σπίτι ήταν γεμάτο με τα σαπισμένα απομεινάρια παλιού φαγητού και ξεχασμένων απορριμμάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store