proved
Pronunciation
/ˈpɹuvd/

Ορισμός και σημασία του "proved"στα αγγλικά

01

αποδεδειγμένος, επιβεβαιωμένος

demonstrated to be true or valid through evidence or testing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most proved
συγκριτικός βαθμός
more proved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His proved integrity made him a trusted leader.
Η αποδεδειγμένη ακεραιότητά του τον έκανε αξιόπιστο ηγέτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store