Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proved
01
αποδεδειγμένος, επιβεβαιωμένος
demonstrated to be true or valid through evidence or testing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most proved
συγκριτικός βαθμός
more proved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His proved integrity made him a trusted leader.
Η αποδεδειγμένη ακεραιότητά του τον έκανε αξιόπιστο ηγέτη.
Λεξικό Δέντρο
unproved
proved
prove



























