Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prick
01
τσιμπάω, τρυπώ
to create a small hole using a needle, thorn, or a similar sharp object
Transitive: to prick sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prick
γ΄ ενικό πρόσωπο
pricks
ενεστώτα μετοχή
pricking
απλός αόριστος
pricked
παθητική μετοχή
pricked
Παραδείγματα
She pricked her finger with a needle while sewing.
Τσίμπησε το δάχτυλό της με μια βελόνα ενώ ράβει.
02
τσιμπώ, παροτρύνω
to provoke with the intention of causing a reaction or response
Ditransitive: to prick sb to do sth
Παραδείγματα
The looming deadline pricked him to finally start working on his long-delayed project.
Ο επικείμενος προθεσμία τον έσπρωξε να αρχίσει τελικά να εργάζεται για το μακροχρόνια καθυστερημένο έργο του.
03
σηκώνω, ανυψώνω
(of an animal) to make its ears stand upright or become erect
Transitive: to prick ears
Παραδείγματα
The cat pricked its ears at the sound of a mouse.
Η γάτα έστησε τα αυτιά της στον ήχο ενός ποντικού.
04
τσιμπώ, πληγώνω
to provoke a sense of mental or emotional discomfort
Transitive: to prick sb
Παραδείγματα
The realization of her mistake pricked her with regret.
Η συνειδητοποίηση του λάθους της την τσίμπησε με λύπη.
05
τσιμπάω, καψαλίζω
to feel a sharp, stinging pain
Intransitive
Παραδείγματα
As she reached for the rose, she suddenly felt her finger prick.
Καθώς έφτανε για το τριαντάφυλλο, ξαφνικά ένιωσε το δάχτυλό της να τσιμπάει.
Prick
01
μαλάκας, αρχίδι
an unpleasant, contemptible, or arrogant man
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pricks
Παραδείγματα
The prick in the Porsche revved his engine to show off at the lights.
Ο μαλάκας στην Porsche έκανε ρεβ βόλτα τη μηχανή του για να επιδείξει στα φανάρια.
02
τσίμπημα, τρύπημα
the act of puncturing with a small point
03
πούτσος, πέος
the male genital organ
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He scratched his prick through his jeans without even noticing people were watching.
Ξύσθηκε το πουλί του μέσα από το τζιν του χωρίς καν να παρατηρήσει ότι οι άνθρωποι κοίταζαν.
04
εγκοπή, αυλάκι
a depression scratched or carved into a surface
Λεξικό Δέντρο
pricker
prick



























