practically
prac
ˈpræk
πραικ
ti
τι
ca
κα
lly
li
λι
British pronunciation
/pɹˈæktɪkli/

Ορισμός και σημασία του "practically"στα αγγλικά

practically
01

πρακτικά, σχεδόν

to an almost complete degree
practically definition and meaning
example
Παραδείγματα
The entire city was practically shut down due to the severe snowstorm.
Ολόκληρη η πόλη ήταν πρακτικά κλειστή λόγω της σφοδρής χιονοθύελλας.
02

πρακτικά, με πρακτικό τρόπο

in a practical manner
03

πρακτικά, στην πράξη

in effect, though not officially or exactly so
example
Παραδείγματα
He 's practically a millionaire with all his investments.
Είναι πρακτικά εκατομμυριούχος με όλες τις επενδύσεις του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store