Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
powerfully
01
δυνατά, με δύναμη
in a manner that has great force or strength
Παραδείγματα
He moved powerfully across the field, shrugging off defenders with ease.
Κινήθηκε δυνατά στο γήπεδο, ξεπερνώντας εύκολα τους αμυντικούς.
1.1
ισχυρά, δυναμικά
in a way that exerts strong influence or control
Παραδείγματα
The media can powerfully sway elections when used strategically.
Τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να επηρεάσουν ισχυρά τις εκλογές όταν χρησιμοποιούνται στρατηγικά.
1.2
ισχυρά, δυνατά
in a manner that strongly affects emotions or thoughts
Παραδείγματα
He wrote powerfully about the lives of ordinary people.
Έγραψε δυνατά για τις ζωές των απλών ανθρώπων.
Λεξικό Δέντρο
powerfully
powerful
power



























