Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
powerless
01
ανίσχυρος, χωρίς δύναμη
lacking the ability or authority to influence or control situations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most powerless
συγκριτικός βαθμός
more powerless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
ability, authority, control
Παραδείγματα
The citizens were powerless to stop the corrupt government officials.
Οι πολίτες ήταν ανίσχυροι να σταματήσουν τους διεφθαρμένους κυβερνητικούς αξιωματούχους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
powerlessly
powerlessness
powerless
power



























